Μπόλικα ψώνια, δύο ναοί και πολλή ζέστη

Ο Made ήταν και πάλι εκεί, περίμενε μπροστά στο ξενοδοχείο μας. Χαρήκαμε που τον είδαμε, να πω την αλήθεια, συμπαθήσαμε πολύ τον άνθρωπο αυτό! Είχε έρθει η ώρα να πάμε να μάθουμε surf, κι όχι μόνο!

Από την άλλη, στενοχωριόμασταν λιγάκι που θα αφήναμε το Munduk, τα εκπληκτικά φυσικά αξιοθέατα, και τους φίλους μας στο ξενοδοχείο. Μας έδωσαν για δώρο καλαμάκια από μπαμπού, πολύ χρήσιμα για να κόψουμε τα πλαστικά επιτέλους! Ο Εκτοράκος έστειλε τα φιλιά του στην Dek, και φύγαμε για νότια. Α, αγοράσαμε και καφέ σε κόκκους από τον οδηγό της προηγούμενης μέρας, να δω πώς θα χωρούσαν όλα τα ψώνια στα σακίδια. 🙂

Taman Ayun temple και Uluwatu temple

Ο ναός Taman Ayun, ή Royal family temple ήταν αυτός που δεν μπορέσαμε να δούμε λόγω βροχής ανεβαίνοντας. Εκείνη τη μέρα ο καιρός ήταν καλός, βασικά παραήταν καλός. Παρά τη ζέστη όμως, τον είδαμε κι αυτόν. Είναι εξαιρετική επιλογή για όσους μένουν κεντρικά και νότια στο Μπαλί, με κανάλια με ψάρια, προσεγμένους κήπους και όλα αυτά τα μπαλινέζικης αρχιτεκτονικής κτίσματα, που περιμέναμε πώς και πώς να δούμε και να φωτογραφίσουμε!

Κι έπειτα, αποφασίσαμε να δούμε κι εμείς το περίφημο Uluwatu temple. Η κίνηση προς τα εκεί, ειδικά μετά το αεροδρόμιο, απερίγραπτη. Η ζέστη, μπαλινέζικη. Οι προσδοκίες, αν και μεγάλες, δεν επιβεβαιώθηκαν. Φαίνεται εντυπωσιακό από εναέριες λήψεις το συγκεκριμένο temple, αλλά εμάς που δεν είχαμε ελικόπτερο ή drone, δεν μας συγκίνησε καν. Μόνο ο διάδρομος και τα σκαλιά στα τείχη δίπλα στο γκρεμό άξιζαν, μαζί με τη θέα των παραλιών δεξιά κι αριστερά του ναού. Ίσως φταίει και η ώρα, η αφόρητη ζέστη, και η ανάγκη μας για ξεκούραση, ίσως η πισίνα του ξενοδοχείου που μας περίμενε.

Legian beach, κοσμοπλημμύρα και surfing για αντίο

Βλέποντας το gps του αυτοκινήτου να δείχνει “προβλεπόμενη διάρκεια διαδρομής 25 χιλιομέτρων, περίπου μία ώρα, και όλο το δρόμο σημαδεμένο κόκκινο, σκεφτήκαμε “αυτό ήταν, ας φάμε το μεσημεριανό μας από το σούπερ μάρκετ εδώ στο αυτοκίνητο”. Εν τέλει, το περάσαμε κι αυτό, και χαιρετηθήκαμε θερμά με τον Made στην είσοδο του ξενοδοχείου μας.

Η περιοχή μπορεί να μην έχει θεωρητικά τον πανικό της Kuta, αποτελεί συνέχειά της και….γίνεται πανικός τελικά!!! 🙂 Την επιλέξαμε μιας και η παραλία της θεωρείται από τις καλύτερες στον κόσμο για αρχάριους, ανίδεους σαν κι εμάς που θέλουν να δοκιμάσουν surfing. Διότι, Μπαλί είναι αυτό, αμαρτία να μην δαμάσουμε τα κύματα. Άλλο που ακόμη κι ένα μήνα μετά, μετράμε σημάδια…

Ατελείωτα τουριστικά μαγαζιά, κέντρα μασάζ, εστιατόρια κι μαγειρεία, και Αυστραλοί τουρίστες. Κάπως έτσι είναι όλο το νότιο Μπαλί. Με την Αλιόνα μαζί βέβαια, αποφεύγαμε εύκολα τους κράχτες, όταν δεν κυνηγούσαμε τον Έκτορα που ήθελε να αγγίζει τα πάντα.

Σανίδα, κούραση και κύματα που δεν τελειώνουν

Τι θα έχουμε να θυμόμαστε από την Legian beach; Μα, το surfing, τι άλλο! Φοβερή εμπειρία, όχι για να μάθεις τίποτα τρελό, αλλά για να νιώσεις την ορμή αυτών των κυμάτων. Κι όχι, δεν “καβαλήσαμε” κύμα. Αυτό χρειάζεται χρόνια εξάσκησης, μάθαμε. Εμείς περιμέναμε αυτά τα ατελείωτα κύματα να σκάσουν, και να μας παρασύρει η ορμή τους έπειτα, αν καταφέρναμε να ανέβουμε στη σανίδα, φυσικά! Δεν ξέρω αν φαίνεται εύκολο ή όχι, σ’ εσάς τους αναγνώστες. Ειλικρινά όμως, δεν μπορούσαμε να φανταστούμε τη δύναμη των κυμάτων αυτών, μέχρι να μπούμε στο νερό. Όποιος το δοκιμάσει να είναι έτοιμος για σημάδια σχεδόν παντού, κι αν κάποιο κύμα σας χτυπήσει με τη σανίδα, θα το νιώθετε στα πλευρά σας κάμποσο καιρό. Μιλώ από προσωπική εμπειρία. 🙂

Η Αλιόνα δοκίμασε δύο μέρες, από μία ώρα κάθε φορά. Όσο για εμένα, μία και καλή, ένα δίωρο την πρώτη μέρα δηλαδή. Έπειτα μάζευα τα κομμάτια μου. Συνεχόμενες πτώσεις, αρκετές επιτυχημένες φορές, πάλη με τα κύματα για να φτάσουμε ξανά στο σημείο που περίμενε ο εκπαιδευτής μας, έρχεται μια στιγμή που νιώθεις ότι τα πόδια δεν αντέχουν πια. Άξιζε όμως, για όλη την ένταση, την αδρεναλίνη και την προσπάθεια!

Κι άξιζε και για τη χαλάρωση που μπορείς να απολαύσεις μετά, στην πισίνα του ξενοδοχείου, ή στο περπάτημα στην παραλία με ένα burger στο χέρι. Αν δε σε πιάσει μια τροπική καταιγίδα, βέβαια! Είχε την πλάκα του κι αυτό όμως, με τον Έκτορα να θέλει να λούζεται τη βροχή, κι εμάς να προσπαθούμε να σώσουμε το φαγητό…

Αντίο, Μπαλί!

Θα αφήναμε το Μπαλί πολύ πιο γεμάτοι απ’ όσο περιμέναμε, δώδεκα μέρες από τότε που πατήσαμε το πόδι μας εκεί. Η Σιγκαπούρη μας περίμενε, μετά από τρεις ώρες πτήσης, για μια σύντομη γνωριμία. Όσο για το μαγευτικό Μπαλί, θα το επισκεφτούμε ξανά, το ξέρουμε και οι δύο.

Στο επανιδείν, λοιπόν!

Υ.Γ.: Θα ακολουθήσει φυσικά άρθρο με συμβουλές και συμπεράσματα, για επίδοξους surfers κι όχι μόνο!